Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Σκιές


Βροχές μετράω...
Σταγόνες στα μάγουλα, μάτια γεμάτα,
φεγγάρια που αδειάζουν...
Η σκόνη γλιστρά απ' το παράθυρό μου
και πλαγιάζει πλάι μου, γοητευτική και δύστροπη,
παλιά αγαπημένη...
Μένω άρρωστος, να αγκαλιάζω σκιές,
που τραγουδούν στον πυρετό μου.
Κι όταν με κοιτάζει...
Τυλίγομαι το βλέμμα της, κι εύχομαι ο χρόνος να κοιμηθεί
πάνω στα χείλη της.

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Φωτιές του Σεπτέμβρη


Μεθάω από ανάσες, γεννημένος για έρωτα,
να μαθαίνω τις λέξεις που κρατούσα για σένα.
Σε κρατάω, νερό αρμυρό, σε παλάμες γδαρμένες,
να κυλάς σε ένα όνειρο χλωμό και άγουρο...
Καις. Πονάς τα χείλη μου. Με κρατάς.
Σφίγγεις τα δάχτυλά σου στους καρπούς μου,
κλέβεις τον ήχο της καρδιάς μου, σου ανήκει,
μη μου γυρνάς την πλάτη, θέλω το βλέμμα σου.
Θέλω τα μάτια σου ν' αγκαλιάζουν τα δικά μου.

Σε ζητάω. Γυμνή στο σπασμένο φως που χάνεται,
κάτω από το φεγγάρι που βγήκε να σε λατρέψει κι απόψε...
Υγρές φωτιές στον αέρα του Σεπτέμβρη.
Να περιμένω το χάραμα, στην πλάτη του χρόνου,
που νανουρίζει τις πληγές μου.


Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

Θλιμμένη βροχή


Συννεφιάζει...
Βάζω τη θλίψη μου στην τσέπη,
μη βραχεί και γίνει λάσπη από προσδοκίες ξεχασμένες.
Ώρες και μέρες από ζάχαρη,
που λιώνουν σε στιγμές που ανοίγουν δανεικές πληγές.
Πληγές που φαίνονται πάνω απ' τις φλέβες σου.
Φυσάει. Και η στάχτη κοιμάται στα βλέφαρά μου.
Ταξίδια γνώριμα, η τύχη άλλαξε, το αλάτι καίει τον ύπνο μου...
Βρέχει στις νύχτες μου και θυμώνω που θυμάσαι.

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Βασίλισσα
















Φιλάω τα μάτια σου. Για να θυμάσαι τα χείλη μου πριν ξημερώσει...
Φιλάω το στήθος σου. Ν' αφήσω τ' όνομά μου στην καρδιά σου.
Φιλάω τα χέρια σου. Να μάθω το δέρμα σου,
να σε μάθω,
να μάθω να σε προσέχω τις νύχτες.
Σε νιώθω στη σάρκα μου, σ' αγγίζω,
ψηλαφώ τις ουλές που μου αφήνεις στο πρόσωπο.
Πληγές ερωτευμένες, να τρέχει το αίμα μου στο γυμνό σου σώμα
και να κλέβει αναφιλητά, λυγμούς και δράκους που νοικιάζουν στην αυλή σου...
Ταξιδεύω στον βραδινό αέρα που χορεύει αγκαλιά με τ' άρωμά σου.
Βασίλισσα του γκρεμισμένου κόσμου μου.
Μα θα στον φτιάξω...
Θα φέρω αστέρια για να ντύσουν τα μαλλιά σου.
Μαργαριτάρια από βυθούς που μάλωσαν με τα κύματα,
σκόνη απ' το φεγγάρι, να σε φυλάει σαν κοιμάσαι...
Δάκρυα από λέξεις που προδόθηκαν,
πέτρες πολύτιμες,
φυλαχτά μαγεμένα, να κλείνεις τα όνειρά σου...
Λένε πως οι τρελοί, φωνάζουν τις αλήθειες τους πριν ξημερώσει.
Άκουσέ με...
Ο ήλιος βγαίνει, και ακόμα σε ζητάω...

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Δικό σου.


Ανοίγω τα μάτια μου ξανά...
Γυμνός, ιδρωμένος, να ψάχνω τα χείλη σου.
Ανασαίνω γρήγορα, να προλάβω τον αέρα σου.
Πριν ανηφορίσει πλάι στ' αστέρια που σε περιμένουν σαν από χρόνια...
Ακούω την καρδιά σου. Δυνατά.
Κλέβω τους χτύπους της, στο στήθος σου, πριν κοιμηθείς,
ακούω τη φωνή σου στη σιωπή, το παραμιλητό σου,
τις λέξεις που ξέχασες πάνω στο στόμα μου.
Τυλίγω τον λαιμό σου, να πιάσω την ψυχή σου
που με κοιτά κι απόψε μεθυσμένο,
να περπατώ στις μύτες των ποδιών μου,
μη κάνω θόρυβο όταν μετράς εικόνες στα όνειρά σου...
Σ' όνειρα που καίνε, πλάι στο φεγγάρι,
που έμεινε μισό, να κλαίει για το φως του που ξαπλώνει στο πλευρό μου...

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Αναμνήσεις (Μέρος Πρώτο)


Μουτρωμένος. Ένας μουτρωμένος των καιρών του, σε έναν κόσμο αναμνήσεων. Τα όνειρά μας παραμένουν μια βόλτα, τα τραγούδια φτιάχτηκαν για να θυμίζουν τις στροφές της και οι νύχτες, για να θυμάσαι το φιλί, όταν συνάντησες το βλέμμα της. Μετρώ παράθυρα, παράθυρα θολά, με μουντζούρες από τις βροχές που απλώθηκαν πάνω τους και τις έψησε ο ήλιος. Συλλέγω εικόνες, για να 'χω να κρεμάω στους τοίχους μου, πριν καληνυχτίσω τις ευχές που έντυσαν τις μέρες μου. Ευχές που πλύθηκαν, που έλαμψαν, που τρεμόσβησαν, που σάλευαν στα χέρια μου πριν τις αποχαιρετίσω. Τις αποχαιρέτισα; Δεν θυμάμαι. Και δεν θέλω να θυμάμαι. Μου αρκεί που τις είδα να γεμίζουν τις στιγμές μου. Το μαύρο των ματιών όταν τα κλείνεις.
Ψάχνω λέξεις. Ψάχνω λέξεις για να χαλαρώσω την αγχόνη. Ή να προλάβω τον πνιγμό μου. Βρήκα το δρόμο για το φεγγάρι. Και τον έχασα. Και τώρα δοκιμάζω. Τα μονοπάτια, τον αέρα τους, τα χρώματα, τις ψυχές.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Φεγγαρόσκονη


Ψυχές κρεμασμένες στο σύρμα,
περιμένουν δάχτυλα νοτισμένα τη βροχή των ανθρώπων.
Περιμένουν χείλη μαραμένα, στεγνά
να σκεπάσουν τη γύμνια τους.
Ο αέρας δέρνει το σώμα τους,
και μοιράζει το αλάτι στις πληγές
που άφησαν πίσω σακατεμένοι έρωτες.
Είδα το φεγγάρι αλλιώτικα απόψε.
Πιο γεμάτο, πιο φωτεινό, καινούριο.
Άγουρο. Να σημαδεύει τη θάλασσα για μένα
και να φωτίζει το μαύρο στα μάτια μου.
Είδα τις αχτίδες του να σκαρφαλώνουν στα βλέφαρά μου,
την άνοιξη να μου χτυπά την πόρτα
και τον αέρα, να θυμάται το ρυθμό απ' τις ανάσες μου.
Είδα το χαμόγελό μου,
να κοιμάται πλάι στο δικό της...

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Το υποσχέθηκα


Μετρούσα σύννεφα απόψε. Τα ζύγιζα στις παλάμες μου, έκλεινα τα μάτια μου για να διακρίνω σχήματα και κάθε που έβλεπα δράκους, έκρυβα την πριγκίπισσα με τα δάχτυλά μου... Το φεγγάρι γεμίζει. Μαζί του και οι μέρες μου που έμειναν άγρυπνες όταν οι αναμνήσεις τις κοίμιζαν.
Είναι φορές που οι άνθρωποι μένουν σκυμμένοι. Πρόσωπα άνοστα, χείλη κλειστά και προδομένα, βλέμματα στάσιμα, που ξέχασαν να ταξιδέψουν. Είναι φορές που νανουρίζουν το εγώ τους στις σκιές, γδέρνουν τα γόνατά τους και στέκουν ακίνητοι, να ικετεύουν τα περασμένα για δανεικές ανάσες. Μα είναι φορές που αρκεί ένα χαμόγελο
για να σηκωθείς στα πόδια σου. Για να σαλέψουν οι αισθήσεις σου στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι από νύχτες που μάζευα τη γεύση από το κεράσι, το άρωμα της μέντας, το χρώμα από νεαρά τριαντάφυλλα, τη δροσιά του ξεχασμένου αέρα, στα τέλη του Μάη.
Μοιράζομαι λέξεις ξανά, με μάτια που βυθίζονται στους ήχους τους. Και σαν αναδύεται, ο αφρός την αγκαλιάζει, τα κύματα πλένουν το πρόσωπό της, η παλίρροια την ταξιδεύει μετά από χρόνια και τα όνειρα... Τα όνειρα, ξέπνοα, ξυπνούν σ' ένα ξημέρωμα που μοιάζει καστανόξανθο...
Γελάω; Ναι, γελάω γιατί οι λέξεις μου και πάλι επιπλέουν σε πληγωμένη θάλασσα.

Σε σένα.

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Νύχτες μαγεμένες...


Ανεβαίνω. Στις πλάτες του Θεού, που από πιτσιρίκι θυμάμαι να μετράω ρόζους στα δέντρα που έφερε ο άγιος από την ίδια την Εδέμ. Ο ουρανός βαρύς, η μηχανή γκρινιάζει κάτω από το καπό που ντύνεται ψιχάλες, το χώμα σταματά να καπνίζει και η σκόνη κοιμάται.Ο αέρας ξύπνησε. Σαρώνει το τοπίο που μοιάζει τόσο διαφορετικό. Δέντρα μαγεμένα κι όμορφα, βγαλμένα από παραμύθια με νεράιδες, να φιλοξενούν στις ρίζες τους αρισμαρί για να ξυπνάν στο μυαλό σου τα χρόνια που άφησες στη φύση, στο χωριό. Άνθρωποι γελαστοί, άνθρωποι που σου σφίγγουν το χέρι, άνθρωποι ιδρωμένοι, με πυρωμένα πρόσωπα που σταυρώνουν τα δάχτυλά τους πίσω από την πλάτη, να πετύχει.Ο ουρανός μας μισεί. Προσωρινά. Σκουπίζω τις στάλες από το μέτωπό μου και φυσάω δυνατά, να διώξω τα σύννεφα... Και καθώς τα φώτα ανοίγουν οι νότες ξεφεύγουν. Η μουσική γεννιέται, και υπνωτισμένος βαδίζω προς τη σκηνή. Το μελίσσι κινείται, ισορροπεί και ταλαντεύεται για να κυλήσει η νύχτα, η επόμενη μέρα, τα σχέδια που θυμάμαι στα τσαλακωμένα χαρτιά του Παντελή του Νίκου και του Πάρη. Η φωτιά καίει, τα κάρβουνα βάφονται κόκκινα, πορτοκαλί, ο πάγος ντύνει τα χέρια μας και κρατά δροσερό το αλκοόλ. Και η μουσική φωνάζει. Οι στίχοι φλέγονται, τα χέρια μένουν όρθια, βραδινές προσευχές για τις δικές μας μέρες. Και εκείνη η καταραμένη πανσέληνος... Πως να μην σου κλέψει το βλέμμα;
Κάθομαι. Κουρασμένος κι ήρεμος, να συλλέγω αναμνήσεις από το βράδυ μιας Παρασκευής του Μάη. Κι ο ήλιος ξημερώνει απέναντί μου, μάρτυρας ενός ταξιδιού που δεν μοιάζει με τ' άλλα... Χρειάζομαι ύπνο. Κλείνω τα μάτια μου μ' ένα αναθεματισμένο χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη μου.
Το ξυπνητήρι ουρλιάζει. Τι κι αν ξεχωρίζω τον Babybird και το Atomic Soda του; Το σώμα μου παραμένει μισό. Χαλάλι. Λίγο ψωμί για πρωινό και η Merc σκαρφαλώνει τη γνωστή ανηφόρα. Μια καλημέρα, δυο ματιές με τα cowboys στην μπάρα, έτσι για αλληλεγγύη, και δένω στον οργανισμό μου τρεις κουταλιές καφέ. Άρωμα από ζεστή σφολιάτα, ο ήλιος μας μαστιγώνει, το χορτάρι γκρινιάζει στο πέρασμα του ανέμου. Κοιτάζω το χωριό απέναντι, την Κλεισούρα που αιωρείται, τις ηλεκτρισμένες καμινάδες πίσω από το κρυμμένο οροπέδιο. Εικόνες που φωλιάζουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου, να τις ξοδεύεις όταν έχεις ανάγκη να γεμίσεις τα λεπτά σου με αναμνήσεις.
Οι ώρες τρέχουν, η Merc γράφει χιλιόμετρα, οι Beatles καλύπτουν τον κινητήρα, ο ήλιος βιάζεται να πλαγιάσει. Τα σύννεφα έκαναν τον ουρανό, θάλασσα αφρισμένη. Οι προσευχές έπιασαν, δεν μυρίζει βροχή απόψε. Οι βραδινές μας παρέες παρκάρουν και κουρδίζουν τις κιθάρες τους. Ακούω τις χορδές, τις νότες που απέδρασαν για να επιβεβαιώσουν την συνάντησή μας, ακούω τις φωνές που δοκιμάζονται πριν δοκιμάσουν να μας ταξιδέψουν. Και μετά...
Μετά, οι φωνές δυναμώνουν, οι χροιές αγοράζουν χρώματα και μπογιατίζουν τη νύχτα. Έγχορδα και κρουστά πλέκουν το πάπλωμα για απόψε. Ξαπλώνεις στο χορτάρι, το μέτωπό σου καίει από την υπερένταση, και μένεις εκεί, να τρέμεις στο ρυθμό που γεννιέται στο λίκνο της φύσης. Ροκ, ρέγγε, σκα, πανκ. Η μουσική δεν έχει ταυτότητα. Τρέχει στο αίμα σου. Και εκείνοι οι διαβολεμένοι, οι 63high, μας δυναμίτισαν. Κορμιά που σε κρατούν πάνω τους, τραγούδια που ψιθυρίζουν μέσα σου, το Βαρικό που κοιμάται στις ρίζες της παράδοσης που συνεχίζει να μπολιάζει το μέλλον σου.
Αλκοολούχα νύχτα, φίλοι με φίλους, στην αυλή του Θεού. Νερό στα μαλλιά, ύπνος με χτυποκάρδια, η ένταση νοικιάζει στα βλέφαρά σου. Ξημερώνει Κυριακή και εσύ μισείς τον Μορφέα. Η διαδρομή γνώριμη, οι στροφές πιο γλυκιές, Lovers in Japan, Coldplay, για αλλαγή. Φαντασμένα πιτσιρίκια, η γενιά που χάνεται, στρατιώτες της φύσης που διασκεδάζουν τις μέρες τους. Αυτό είμαστε. Η αντίδραση στο σήμερα που μας παρέδωσαν. Διπλός καφές, νυσταγμένοι ήρωες στο πλευρό σου που επιμένουν να κρατιούνται όρθιοι. Ξέρεις πια. Ξέρεις πως το βράδυ θα γελάς στον ύπνο σου...Μείναμε λιγότεροι σήμερα. Για να σβήσουμε προσωρινά μιαν ιδέα και να την αφήσουμε να πάρει μπόι. Και πριν προφτάσεις να μετρήσεις όνειρα η μουσική φτιάχνει αρώματα γι' απόψε. Φτιάχνει αισθήσεις, ρυθμούς, μονοπάτια για τον ουρανό σου. Φυσάει απόψε. Κι ο αέρας κουβαλάει τις φωνές μας. Κουβαλάει τις ιδέες μας, τα συνθήματα, τις συλλαβές που διαλέγεις για να αφήσεις πίσω σου.


Τι θυμάμαι; Θυμάμαι το φεγγάρι. Να καταπίνει τ' αστέρια και να καλεί ξωτικά και νεράιδες στο χορό μας. Σε βήματα μυστικισμού, από εκείνα που σε μαθαίνουν μάγοι όταν περπατάς στα δάση τους. Θυμάμαι τις μελωδίες, που είναι γρατσουνιές στην πλάτη, γυμνές σε γυμνό δέρμα. Θυμάμαι τα πρόσωπα, ζεστά, ιδρωμένα, να σε κρατούν στον ώμο, κάθε που πλησιάζεις. Θυμάμαι τις λέξεις που έμειναν να αιωρούνται στο βουνό, τις φωτιές μέσα στους μεταλλικούς κρίκους, τα φωτεινά λαμπιόνια που κρέμονταν για χάρη μας στην πλαγιά. Τα χάλκινα, που γκρίνιαζαν για να σε πνίξουν σε όσα έμειναν από τα βάθη των καιρών. Τα γυναικεία μάτια, τις κοπέλες που μεγάλωσαν πριν το προσέξεις, τις υποσχέσεις, τις εντυπώσεις, τους στίχους που μοιράστηκες και κραύγασες για να μείνουν χαραγμένοι στα δέντρα... Όνειρα. Όνειρα που άφησες να ξεκουράζονται ένα χρόνο...

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Νύχτα με φεγγάρι, στην παραλία της πόλης


Βράδυ, δυο μέρες πριν, το φεγγάρι κολλημένο πάνω από την παραλία, να ζωγραφίζει έναν δρόμο για τα μέρη του. Προχωράς για ν' απαλύνεις τις ώρες σου, μ' ανθρώπους που σε κρατούν από τον ώμο, που σε χτυπούν στο στήθος δυνατά, όταν μοιάζεις ξέπνοος, να μην βρίσκεις αέρα γύρω σου.
Κουράζεσαι, για να μην βρεις χρόνο με τα μάτια ανοιχτά στο κρεβάτι. Νωχελικός ταξιδιώτης που αραδιάζει λέξεις, να χτίσει ένα κρεβάτι για νέα όνειρα.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σ' αδιάφορες φιγούρες, βλέπεις ένα πρόσωπο που σε κάνει να χαμογελάσεις. Ένα σώμα που σε ξυπνά από τη γνώριμη νάρκη, μια φρεσκάδα που κάπου θυμάσαι, ένα βλέμμα που στεγνώνει τα χείλη σου.
Λέξεις... Λέξεις του ανέμου, χάδια στο στόμα που σε ξυπνούν από το λήθαργό σου. Και περιμένεις. Μετράς τις στιγμές, μετράς συναισθήματα, μετράς τον εαυτό σου, μετράς ευχές που που νανούριζες για μήνες.
Ξημέρωμα τεχνητό με τη σελήνη να κλείνει τις πληγές σου.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Χαραμάδες


Κοιμήθηκα με τα μάτια μου βυθισμένα σ' εφιάλτες
υγρούς και κόκκινους, από 'κεινους που γίνονται λέξεις δύσμορφες,
κραυγές πνιχτές που σε σκεπάζουν σαν κρυώνεις.
Ντύνομαι αναμνήσεις, εικόνες που κρύβονται πίσω απ' τη σελήνη,
όνειρα που γδύθηκαν μπροστά στο σώμα σου
και κρεμάστηκαν στα χείλη σου που με κοίμιζαν.
Ναρκωμένος, γνέφω να πουλήσω τη ζωή μου για ένα βλέμμα,
για ένα ταξίδι στο δέρμα της, για ένα χαμόγελο που μου 'ταξε.
Και οι νύχτες πέρασαν, αγκαλιά με τον καπνό που έφευγε
από τις χαραμάδες των ματιών μου, όσο έφτιαχνα τις μέρες της.
Νανουρίζω τον εγωισμό μου, μόνος, χωρίς αστέρια στα μαλλιά του ουρανού μου,
να καταριέμαι έναν ήλιο που δεν με άφησε να δω τη δύση μου.

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Η θάλασσα τρέφεται με δάκρυα


Υγρός αέρας. Μυρίζει καταιγίδα. Ο ουρανός καίγεται, χαμηλά, εκεί που δεν χρειάζεται να σηκώσεις το κεφάλι για να σημαδέψεις. Ο ήλιος παίζει, ξεγελά τις κόρες των ματιών σου και μπογιατίζει τους ορίζοντες που θυμάσαι γαλάζιους. Φωτιά στις κορυφές που πλένουν τις αμαρτίες τους για να τις βρει καθαρές η σελήνη και να τις ντύσει νυχτικό, καμωμένο με αχτίδες. Χλωμές. Χλωμές και ασημένιες, πολύτιμες για ένα στέμμα στο θρόνο της θλίψης.
Η θάλασσα νανουρίζει το βυθό της. Αφήνει τα φιλιά της μέρας στον άνεμο, γδύνεται, κοιτά τα πρόσωπα των ανθρώπων. Τα χαμόγελα, τους μορφασμούς, τα δάκρυα που χορεύουν στο σώμα της. Η θάλασσα τρέφεται με δάκρυα. Με φιλιά υγρά, με έρωτες που κολυμπούν στον αφρό, με αγάπες που βάρυναν και κατέληξαν σαν μέταλλα, στον πέτρινο πυθμένα. Άμμος στα μάγουλα. Αρμύρα στα χείλη και ο δρόμος από το φεγγάρι να ενώνει όνειρα που τέλειωσαν με πληγές κάτω απ' τα μάτια.

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Παλίρροιες ανήσυχης γαλήνης


Φωτιές στον αέρα...
Ξημερώματα, να κυνηγάς τον ήλιο
στις πλαγιές της ζωής σου
που έντυσαν τις μέρες σου μετάξι
και στιγμές ερωτευμένες.
Κουβαλάω μνήμες στο στήθος μου.
Αέρηδες υγρούς,
πεινασμένους για ψιθύρους
κι ετοιμοθάνατες ευχές.
Παλίρροιες γεύτηκα...
Γλυφές, έντονες, σου κόβουν την ανάσα,
και σε κοιμίζουν στα πλευρά της θάλασσας.
Λιμάνια της ψυχής μου,
όταν σου φώναζα
πως ζήταγα γαλήνη...

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Γυμνές αναμνήσεις


Γυμνός.
Να ξαγρυπνώ κίτρινα βράδια για κορμιά θλιμμένα.
Για ψυχές γεννημένες να ζουν σε ιδρωμένα φεγγάρια
και σύννεφα που λάμπουν στης γης τα φώτα.
Γυμνός,
να φωνάζω στ' αστέρια τις ευχές που δεν άκουσαν,
τους ορφανούς στίχους, τις λέξεις που με ξέχασαν νεκρό,
να βυθίζω τα άκρα μου στις αντοχές μου.
Γυμνός,
να περιμένω τα χρώματα της δύσης,
για να ντύσω τις αναμνήσεις που έγδυσες.

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Πνίγω τη φωνή μου


Μοιραίες νύχτες. Μοιρασμένα όνειρα. Μοιρολόγια ενός κόσμου που έσπασε σε μήνες καταραμένους. Σιωπηλούς και άγονους. Της μοίρας τα γραμμένα... Πόσες λέξεις μου χαράμισα για μια καμπύλη των χειλιών σου; Πόσες φορές μέτρησα τις ρωγμές στα χέρια μου; Πόσες ρυτίδες ξέχασε πάνω μου το φεγγάρι;
Εμπιστοσύνη που κοιμήθηκε πλάι στην παλίρροια. Λέξεις προσωρινές, ταξιδιάρικες, λέξεις του αέρα. Λέξεις για ν' αγκαλιάζεις το κορμί σου όταν κρυώνεις.

Κι όταν βρέχει, θυμήσου τον ρόλο που αποστήθισες. Για να γελάς όταν θα κλαίω.

Γονατισμένος, μυρίζω τ' άρωμα σου στο σώμα μου, κι ας τρίβω το δέρμα να ξεφτίσει, στις μνήμες κάποιου Αυγούστου, στο σεντόνι που κράτησα για να κρατώ στο στόμα μου, όταν φωνάζω τ' όνομά σου.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Νυχτώνει...


Απόψε νυχτώνει στον δικό μου ουρανό. Και ξέχασα να ανάψω το φανάρι πλάι στην πόρτα. Ξέχασα να καλέσω τ' αστέρια μου. Αδύναμη μνήμη. Ασθενική. Σηκώνω το κεφάλι και προσπαθώ να ακούσω τις φωνές που δυναμώνουν. Τις λέξεις των φίλων που δένουν τις ανάσες μου σε σύννεφα. Ταχυδακτυλουργοί του χρόνου με μαντήλια για να σφίγγουν το χέρι λίγο πιο πάνω απ' την πληγή. Να σταματούν το βρώμικο αίμα, πριν την καρδιά σου, πριν το μυαλό, πριν στερεώσει και γίνει ανάμνηση. Σκληρός αέρας που κοιμίζει τους έρωτές σου πάνω στο στήθος. Οι φωνές, μπλεγμένες, κυνηγούν τον ύπνο μου. Την ακούω. Ξεχωρίζει. Τρυπάει το πέπλο που άφησα στην πόρτα. Τρυπάει τις πνοές μου, τα ουρλιαχτά που ξοδεύω για να αμυνθώ. Τρυπάει το δέρμα μου. Πόνος οξύς, αφόρητος, να συνοδεύει τους χτύπους σου, και να σέρνεται στο σεντόνι σου.
Μένω ακίνητος. Δέσμιος σε έναν κόσμο ρευστό, φτιαγμένο από δάκρυα και σκόνη. Μένω ακίνητος, να επιπλέω στις ξαστεριές που αφήνει σαν δύει το φεγγάρι. Γυμνός, να σκεπάζω τα δάχτυλά μου λάσπη και να χαρακώνω το μέτωπό μου. Γεύομαι αρώματα από ζωές παλιές, ζωές ψεύτικες, ζωές στο σκοτάδι. Το δικό μου σκοτάδι.
Απόψε νυχτώνει στα μάτια μου.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Χάθηκαν τ' αστέρια μου...


Οι άνθρωποι ξεχνούν.
Προσεύχονται τις νύχτες,
απλώνουν όνειρα στον ήλιο,
τραγουδούν για τους λυγμούς που έχασαν,
για τις μνήμες που περπατούν με θόρυβο στο στήθος.
Οι άνθρωποι φοβούνται.
Ξερνούν φωτιές απ' τα χείλη τους,
σκεπάζουν ως το μέτωπο τ' αστέρια,
με του σκοταδιού υφάσματα, που ντύνουν τους χειμώνες,
και φυσάνε, για να σβήσει το φεγγάρι...

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Χαμένες λιακάδες


Απόλαυσα την τελευταία παράσταση. Δικαιωμένος, στο δρόμο, εκεί που έτρεχα για να μεγαλώσω. Για να δυναμώσω τα πόδια μου. Για να σηκώσω το κεφάλι μου λίγο ψηλότερα. Για να μυρίσω τις εποχές μακριά από τη φορμόλη των κελιών μιας εκπαίδευσης δέσμιας του εαυτού της.
Βλέπω πρόσωπα θλιμμένα. Μουντά. Που γεύονται την απογοήτευση από θορυβώδεις καραβάνες κλεισμένες στα δωματιά τους για να ανακατεύουν τις μέρες μας στο τσουκάλι τους. Άοπλοι. Ανίσχυροι. Στρατιώτες σε έναν πόλεμο που δεν μας δίδαξε κανείς. Και τρομάζεις απέναντι σε έναν στρατό καλοκουρδισμένο, αγέρωχο, που έμαθε να ταπεινώνει και να πατά στα πτώματα που αφήνεις πίσω. Για να κυριαρχεί...
Θα ξοδέψα μερικά βράδια για να ξεχάσω τα πρόσωπά τους. Για να ξεχάσω πως με γύμνωσαν και με πέταξαν στη θάλασσα, σε έναν χειμώνα που δεν τελειώνει. Σε έναν χειμώνα που πρέπει να μεταμφιέσω σε άνοιξη. Να πλέξω φύλλα, να στερεώσω κλαδιά, να φτιάξω γαλάζιο και να σηκώσω τον ήλιο. Σε λιακάδες που κυνηγώ κάθε φορά που νιώθω μόνος.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Ανάσες


Μιας ζωής όνειρα κρέμασα απόψε.
Στο μπαλκόνι, να κλαίνε μπροστά στον ήλιο,
και να στερεύουν τους χυμούς του έρωτα.
Του Έρωτα που πλένει στις όχθες του μυαλού μου
τα ματωμένα πανιά που σκέπαζαν τα μάτια του.
Θα σου κεράσω χρόνια θυμωμένα.
Χρόνια που έδεσα στο σώμα της,
και εκείνη έβαλε φωτιά στο άρωμα της.

Γελάω.
Μεθυσμένος, στον αέρα που δίνει χρώμα στις ανάσες μου.
Γελάω μόνος,
στην βροχή που σκάβει, μέρες
τώρα, το πρόσωπό μου.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Οχτώ φεγγάρια


Έχεις διαβάσει τις λέξεις στο στήθος του αέρα;
Φίλησες ποτέ τα χείλη του;
Κάθε φορά που ανασαίνεις τ' όνομά της,
κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια για να μην χάσεις τη μορφή της,
σε κάθε ψίθυρο που ανήκει στο κορμί της,
για κάθε δύση που θα δέσεις στα μαλλιά της,
για κάθε άρωμα που άπλωσες στο στέρνο σου,
σε κάθε Αύγουστο που φύλαξες,
θα κοιμάται η ζωή σου
δίπλα στα όνειρά της,
μέχρι ν' αγγίξει τα μάτια της,
ζεστά, που τυλίγονται τις ξαστεριές κάποιας σελήνης.
Κάποιας σελήνης που σου έκλεψε το πρόσωπο.
Κάποιας σελήνης που δροσερή, σου σφάλισε το στόμα.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Τέλος


Χείλη πρησμένα. Αίμα νόστιμο. Τάμα στον χρόνο. Δαγκωμένη σάρκα. Αναμνήσεις που κυλούν στο λαιμό σου. Και μένουν εκεί, να στεγνώνουν στον αέρα που μοιάζει αλλιώτικος. Ξένος. Ουλές στον χρόνο. Σημάδια από καλοκαίρια που ξάπλωσαν με πυρετό σε κρεβάτια ξύλινα και ιδρωμένα. Σε σεντόνια που μύριζαν έρωτα.
Τα σεντόνια πλύθηκαν στου προσώπου τη βροχή. Οι λυγμοί έμειναν στο μαξιλάρι για να πνίγουν τις μνήμες στη λάσπη. Λάσπη από χώμα και το άρωμα του στήθους της. Βγες στο μπαλκόνι να δεις τους μήνες που τρέχουν. Το φεγγάρι που αδειάζει. Τις ευχές μας που πέφτουν σε ουρές από φωτιά και χρυσόσκονη. Κι όταν θα βλέπεις το ταξίδι στο βυθό τ' ουρανού θα ξεχάσεις τα μάγια της νύχτας... Και θα ψάξεις στον θόλο ένα φως ακόμη, να το βάζει στα πόδια. Τα νύχια του αέρα στα μάτια μου που θα τα μάθω να μισούν τα όνειρά σου.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Η ζυγαριά της μνήμης

Ζυγίζω κόσμους απόψε.
Δεν κοιμάται ποτέ. Σου κλείνει το μάτι και σου πουλά τους ρυθμούς της, τους χτύπους της. Σε προκαλεί να την χορέψεις, παρτενέρ ιδρωμένος, να ακολουθείς τα φλογισμένα της βήματα. Σηκώνει τα χέρια της, γονατίζει, ουρλιάζει τους στίχους μιας γυμνής καληνύχτας, ακολουθεί με τις κόρες της τα φώτα. Τα φώτα που δεν σβήνουν. Τα φώτα που φιμώνουν τ' αστέρια με ένα πέπλο από βιολέτες θανάτου. Πάλλεται, μετρά τις μέρες της, τα φεγγάρια που μπαρκάρουν σε μύθους γαλάζιους, που σκοτεινιάζουν σαν ανταμώνουν τις τελευταίες αχτίδες. Αυτές που αιμορραγούν κι αλλάζουν τη μεριά της δύσης.
Γλυκός εφιάλτης...
Ανοίγω τα μάτια μου. Ο αέρας μεθά. Ζαλίζει. Κουβαλά στιγμές. Τα ξύλα που καίγονταν στη μεταλλική πλάτη, τον καπνό που μπογιάτιζε το φόντο, τα αστέρια που έπαιζαν κρυφτό στα ρημαγμένα καλαμπόκια, το ποτάμι που μουρμουρίζει τις μαγικές του λέξεις όταν με βλέπει... Τον ήλιο που φιλάει στο στόμα τις λεύκες, την κουρελού που κυματίζει στα χρόνια που τραβούν το δρόμο τους, τα ροζιασμένα χέρια που ζυμώνουν το στάρι του Αλωνάρη. Τις φωτιές που ζωγραφίζουν το μέρος κάτω από τα βλέφαρα, τις καλημέρες που φορούν ένα χαμόγελο σαν τα βράδια της άνοιξης, τις νοτισμένες ανάσες του Αυγούστου, που ακόμα νανουρίζουν τις αναμνήσεις μου.
Άγουρο όνειρο...

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Η νύχτα που κοιμούνται τα αστέρια...


Η νύχτα με βρήκε στο ξέφωτο. Οι λεύκες ξύπνησαν και τραγουδούν όσο ο ουρανός χρωματίζει το σώμα του. Ο άνεμος σταμάτησε στις πόρτες και τα ξύλινα παράθυρα. Στο ύφασμα στο τζάμι που κρατά τα όνειρα στο δώμα. Και κάθισε, άλλο ένα δειλινό, να ψιθυρίζει τις ιστορίες που έγραψαν στα μάτια του. Τα φώτα τρεμοπαίζουν. Η σελήνη, απρόσκλητη μάγισσα, χαϊδεύει της νύχτας το πρόσωπο.
Κάθε χίλια χρόνια, τα αστέρια κατεβαίνουν στην αυλή μου. Και είναι η νύχτα που με την ασημένια απόχη, αυτή δίπλα στην ανέμη της κερασιάς, μπορείς να τ' αρπάξεις. Να τα κλείσεις, στο χάλκινο κουτί που κρύβεται για χρόνια στη στάχτη απ' το σβησμένο τζάκι. Και όταν πονάς, ανοίγεις το κουτί, αφήνεις στον αέρα τις μαγικές λέξεις και παίρνεις ένα αστέρι στη χούφτα σου. Το φιλάς στο στόμα, και κάνεις την ευχή σου πριν το αφήσεις να γυρίσει δύο δάχτυλα μακριά από το φεγγάρι.
Είναι η νύχτα που κοιμούνται τα αστέρια.

Ερωτόκριτος και Αρετούσα


Έκρυψα τους χειμώνες μου
στη φόδρα του μυαλού μου,
μνήμες να μη θυμάμαι, που 'καιγαν,
τα χείλη μου τις νύχτες.
Σώθηκαν οι ευχές μου,
οχτώ φεγγάρια απ' την αρχή της φετινής ζωής μου.
Διψάω ακόμα σαν ακούω τ' όνομά της...

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Λεύκες


Οι μάγοι μετρούν ρυτίδες στον καθρέπτη. Η εποχή μας τρέχει γυμνή στο βυθό των προσωπείων... Θρηνούν τους Μάηδες που φτιασιδώθηκαν για να χαρίσουν λίγες στιγμές ψεύτικης γαλήνης. Φιλώ τους χειμώνες στο μέτωπο. Αυτούς που φυσούν στη ζωή μου και κλείνουν τα παράθυρα τους με δύναμη. Αυτούς που κλέβουν τις μισές λέξεις, τ' άψυχα όνειρα, τις κραυγές που κρύβεις πίσω απ' τον ήλιο. Αυτούς που σε γεννούν μόνο, ασθενικό, να πατάς σε ηλεκτρισμένα χρόνια και να πονάς χτυπώντας το κεφάλι σου στα σύννεφα. Στα σύννεφα που δάκρυσαν το χρώμα τους στη θάλασσα.
Καταραμένη θάλασσα. Κρατά εικόνες στις πιο κρυφές σου μνήμες. Σαγηνεύει και πουλά τα μάγια της στις αγορές που ακουμπώ τις σκέψεις μου. Στον χορό που τυλίγονταν στην ανέμη της γιαγιάς.
Στα φεγγάρια που με κοίμιζαν πλάι στις ορτανσίες. Στα μεθυσμένα βράδια που φώτιζα μ' ανάσες το σκοτάδι. Στα χείλη που άφησα ανέγγιχτα κάτω απ' τις λεύκες...

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Σεληνόφως


Ξημέρωσα απόψε στη σελήνη.
Πούλησα τους μήνες μου στο διάβολο,
τα χρόνια μου σε μεθυσμένα ξωτικά,
και τον Αύγουστο,
στα όνειρα που ξέχασα στα μάτια σου...
Τ' αστέρια μου πετούσα στο ποτάμι.
Στις όχθες του μετρούσα την ανάσα που μου έμεινε
και περπατούσα στο βυθό, γυμνός,
για να γυρεύω που κοιμάται η ευτυχία...
Ευτυχία είναι οι στιγμές σου,
που θυμάσαι σαν δακρύζει η σελήνη.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Η μελωδία της βροχής


Θίασος.
Με κουστούμια πολύχρωμα, τσαλακωμένα,
να δένουν στο κορμί σου και να αγρυπνούν
για στραγγίξουν το αίμα σου που κοχλάζει.
Μυθοβατώ και απόψε.
Βλέπω τα μάτια να γελούν πίσω από προσωπεία δύσμορφα
που ραίνουν ρωμαλέες, φτιαχτές λέξεις τη ζωή μου.
Σώπασαν τα χείλη μου.
Η ανάσα μου, μισή, γίνεται κομμάτι τ' ουρανού.
Βρέχει στα χείλη μου.
Βρέχει στ' αγκάθια με τα τριαντάφυλλα,
βρέχει στην παραλία που 'κρυψα.
Βρέχει...
Έρωτες σαν τις θύελλες,
περαστικοί, υγροί, μελαγχολικοί, έντονοι,
με άρωμα από κάποιον Αύγουστο.
Ασθενικά φτερά για ένα ταξίδι στ' αστέρια...

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Λωτός


Πόσα βράδια μου έχασα;
Πόσες σταγόνες βροχής καταράστηκα;
Πόσα τραγούδια άφησα γινωμένα στα δέντρα τους;
Πόσες φορές κοίταξα δίχως να βλέπω, τυφλός, να χάνω τις στιγμές που μου χάρισαν;
Πόσες φορές ξόδεψα ανάσες για λέξεις χαμένες;
Για λέξεις που μούδιασαν το στόμα μου;
Που με χαράκωσαν, βγαίνοντας, στα χείλη;
Πόσοι έρωτες έχασαν τα φτερά τους και έγιναν στάχτη πέφτοντας στο χώμα;
Πόσα ποτήρια άδειασαν για ξένη σάρκα;
Για ταξίδια δίχως φεγγάρι, δίχως αστέρια, δίχως παλμούς ψηλά στο στήθος, δίχως αέρα σε σκισμένα πανιά;
Πόσες αχτίδες χάλασα κρυμμένος στις σκιές μου;
Πες μου,
πόσα βράδια μου έχασα;

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Μαγική σκόνη


Ο τελευταίος μάγος ξεψύχησε όταν γεννιόμασταν.

Σκεπασμένοι από χειμώνα...


Είδα το μαντρί. Τα κλουβιά των κτηνοτρόφων που είναι εκεί για να μεγαλώνουν στα πόδια τους τη γενιά μας. Και εμείς τους προσφέρουμε γάλα, μαλλί, κρέας. Ηλεκτρικές φλογέρες σε κοιμίζουν για να κλέψουν ήσυχοι τα χρόνια που σου φόρεσαν οι γονείς σου, τον ιδρώτα τους, το χαρτί που σου έδωσαν για να έχεις δύναμη να βλέπεις όνειρα και να μην κρατάς την κοιλιά σου σαν ξαπλώνεις.
Τα όρνια γελούν. Απλώνουν το χλωμό χέρι τους και δεν σπαταλούν τη δύναμή τους για να στο σφίξουν. Τάχθηκαν κάτω από χρώματα. Ντύθηκαν με σημαίες, χάρισαν τα χείλη τους σε συνθήματα και τα μυαλά τους στους γαιοκτήμονες της ζωής μας. Χαμένη γενιά. Απαισιόδοξη. Με σκυμμένο το κεφάλι και σφιγμένα τα δόντια. Με γεμάτη τη μνήμη υγρούς θανάτους, μεθυσμένα βράδια και ψεύτικα αγγίγματα. Κουνούν την ουρά τους στα χτυπήματα των γελοίων και ξοδεύουν τη φαιά τους ουσία για να θυμούνται κραυγές που βαπτίστηκαν θείες μελωδίες και οργισμένοι στίχοι. Ευνουχισμένοι κόπροι.
Μάλωσα με τις μέρες μου απόψε. Μας άφησαν να πλέουμε στα χειρότερα χρόνια των αιώνων που μας δάνεισε ο Θεός, εξαρτημένοι από μια λασπωμένη νικοτίνη που βυθίζει τα πνευμόνια μας, και κόβει την άνοιξη από το καλαντάρι μας. Σκεπασμένοι από χειμώνα...

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Λέξεις


Ήχοι γλυφοί χαϊδεύουν το πρόσωπό μου. Άλλη μια νύχτα, δίχως φεγγάρι να μαρτυρήσει τις στιγμές, σκέπασαν το κορμί μου υποσχέσεις. Ως το στήθος. Το λαιμό. Τα χείλη. Γεύση μεταλλική. Μορφασμός. Και έμεινα εκεί, κυματοθραύστης συλλαβών που αφρίζουν τα βράδια εκείνα που μένω μόνος να ζυγίζω την υγρασία με ανοιχτό το παράθυρο. Που μένω τυφλός σε μήνες που χτίστηκαν με φλόγες από πυροτεχνήματα. Παράλυτος στην άμμο που ορθώνει κάστρα γύρω μου. Στην σκόνη που χορεύει απάνω στα βλέφαρά μου και κρύβει τα σημάδια κάποιας πληγής που ζωντανή, πονάει ακόμα όταν αλλάζει ο καιρός.
Άκουσα τον αέρα να σφυρίζει στη σιωπή. Συρτή μελωδία, μουντή μα τόσο γεμάτη. Άκουσα τα παραμύθια του, αυτά που έδενε στην μελαχροινή του χαίτη, κι ύστερα, όπως κάθε αυγή, έκαιγε το σώμα του και γίνονταν καπνός...

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Γλυκοί Εφιάλτες


Μας μάντρωσαν σε κόσμους άπληστους,
με σφαλιστά παράθυρα.
Και έγινε η ζωή μας μικρή,
όσο για να χωρά στις τσέπες τους.
Τα αισθήματά μας θάφτηκαν
στην τέφρα των ανθρώπων.
Μας κοίμισαν γλυκά και εμείς...
Eμείς σκεπάσαμε το πρόσωπό μας,
μην τους δούμε σαν θα τρων τη σάρκα μας.
Σαν θα πουλάν τους πιο γλυκούς μας εφιάλτες...

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Νοθευμένο


Σκόρπισα τις ευχές μου στα κύματα.
Ψιθύρισα δυο λέξεις στον αέρα
και έθαψα την καρδιά μου στην κρύα άμμο.
Χάρισα κραυγές στη θάλασσα.
Μίσος, καυτές ανάσες,
χρώματα από πινέλα σκοτεινά.
Μάλωσα με τη ζωή απόψε.
Γέμισα τις χούφτες μου με αίμα
και βούτηξα να βάψω τον αφρό...

...
Νοθεύω τη μπογιά με δάκρυα...
Την πλάθω με γροθιές
και της μπολιάζω το θυμό μου.
Έμεινα μόνος να παλεύω με τα κύματα...