Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Αναμνήσεις (Μέρος Πρώτο)


Μουτρωμένος. Ένας μουτρωμένος των καιρών του, σε έναν κόσμο αναμνήσεων. Τα όνειρά μας παραμένουν μια βόλτα, τα τραγούδια φτιάχτηκαν για να θυμίζουν τις στροφές της και οι νύχτες, για να θυμάσαι το φιλί, όταν συνάντησες το βλέμμα της. Μετρώ παράθυρα, παράθυρα θολά, με μουντζούρες από τις βροχές που απλώθηκαν πάνω τους και τις έψησε ο ήλιος. Συλλέγω εικόνες, για να 'χω να κρεμάω στους τοίχους μου, πριν καληνυχτίσω τις ευχές που έντυσαν τις μέρες μου. Ευχές που πλύθηκαν, που έλαμψαν, που τρεμόσβησαν, που σάλευαν στα χέρια μου πριν τις αποχαιρετίσω. Τις αποχαιρέτισα; Δεν θυμάμαι. Και δεν θέλω να θυμάμαι. Μου αρκεί που τις είδα να γεμίζουν τις στιγμές μου. Το μαύρο των ματιών όταν τα κλείνεις.
Ψάχνω λέξεις. Ψάχνω λέξεις για να χαλαρώσω την αγχόνη. Ή να προλάβω τον πνιγμό μου. Βρήκα το δρόμο για το φεγγάρι. Και τον έχασα. Και τώρα δοκιμάζω. Τα μονοπάτια, τον αέρα τους, τα χρώματα, τις ψυχές.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Φεγγαρόσκονη


Ψυχές κρεμασμένες στο σύρμα,
περιμένουν δάχτυλα νοτισμένα τη βροχή των ανθρώπων.
Περιμένουν χείλη μαραμένα, στεγνά
να σκεπάσουν τη γύμνια τους.
Ο αέρας δέρνει το σώμα τους,
και μοιράζει το αλάτι στις πληγές
που άφησαν πίσω σακατεμένοι έρωτες.
Είδα το φεγγάρι αλλιώτικα απόψε.
Πιο γεμάτο, πιο φωτεινό, καινούριο.
Άγουρο. Να σημαδεύει τη θάλασσα για μένα
και να φωτίζει το μαύρο στα μάτια μου.
Είδα τις αχτίδες του να σκαρφαλώνουν στα βλέφαρά μου,
την άνοιξη να μου χτυπά την πόρτα
και τον αέρα, να θυμάται το ρυθμό απ' τις ανάσες μου.
Είδα το χαμόγελό μου,
να κοιμάται πλάι στο δικό της...

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Το υποσχέθηκα


Μετρούσα σύννεφα απόψε. Τα ζύγιζα στις παλάμες μου, έκλεινα τα μάτια μου για να διακρίνω σχήματα και κάθε που έβλεπα δράκους, έκρυβα την πριγκίπισσα με τα δάχτυλά μου... Το φεγγάρι γεμίζει. Μαζί του και οι μέρες μου που έμειναν άγρυπνες όταν οι αναμνήσεις τις κοίμιζαν.
Είναι φορές που οι άνθρωποι μένουν σκυμμένοι. Πρόσωπα άνοστα, χείλη κλειστά και προδομένα, βλέμματα στάσιμα, που ξέχασαν να ταξιδέψουν. Είναι φορές που νανουρίζουν το εγώ τους στις σκιές, γδέρνουν τα γόνατά τους και στέκουν ακίνητοι, να ικετεύουν τα περασμένα για δανεικές ανάσες. Μα είναι φορές που αρκεί ένα χαμόγελο
για να σηκωθείς στα πόδια σου. Για να σαλέψουν οι αισθήσεις σου στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι από νύχτες που μάζευα τη γεύση από το κεράσι, το άρωμα της μέντας, το χρώμα από νεαρά τριαντάφυλλα, τη δροσιά του ξεχασμένου αέρα, στα τέλη του Μάη.
Μοιράζομαι λέξεις ξανά, με μάτια που βυθίζονται στους ήχους τους. Και σαν αναδύεται, ο αφρός την αγκαλιάζει, τα κύματα πλένουν το πρόσωπό της, η παλίρροια την ταξιδεύει μετά από χρόνια και τα όνειρα... Τα όνειρα, ξέπνοα, ξυπνούν σ' ένα ξημέρωμα που μοιάζει καστανόξανθο...
Γελάω; Ναι, γελάω γιατί οι λέξεις μου και πάλι επιπλέουν σε πληγωμένη θάλασσα.

Σε σένα.

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Νύχτες μαγεμένες...


Ανεβαίνω. Στις πλάτες του Θεού, που από πιτσιρίκι θυμάμαι να μετράω ρόζους στα δέντρα που έφερε ο άγιος από την ίδια την Εδέμ. Ο ουρανός βαρύς, η μηχανή γκρινιάζει κάτω από το καπό που ντύνεται ψιχάλες, το χώμα σταματά να καπνίζει και η σκόνη κοιμάται.Ο αέρας ξύπνησε. Σαρώνει το τοπίο που μοιάζει τόσο διαφορετικό. Δέντρα μαγεμένα κι όμορφα, βγαλμένα από παραμύθια με νεράιδες, να φιλοξενούν στις ρίζες τους αρισμαρί για να ξυπνάν στο μυαλό σου τα χρόνια που άφησες στη φύση, στο χωριό. Άνθρωποι γελαστοί, άνθρωποι που σου σφίγγουν το χέρι, άνθρωποι ιδρωμένοι, με πυρωμένα πρόσωπα που σταυρώνουν τα δάχτυλά τους πίσω από την πλάτη, να πετύχει.Ο ουρανός μας μισεί. Προσωρινά. Σκουπίζω τις στάλες από το μέτωπό μου και φυσάω δυνατά, να διώξω τα σύννεφα... Και καθώς τα φώτα ανοίγουν οι νότες ξεφεύγουν. Η μουσική γεννιέται, και υπνωτισμένος βαδίζω προς τη σκηνή. Το μελίσσι κινείται, ισορροπεί και ταλαντεύεται για να κυλήσει η νύχτα, η επόμενη μέρα, τα σχέδια που θυμάμαι στα τσαλακωμένα χαρτιά του Παντελή του Νίκου και του Πάρη. Η φωτιά καίει, τα κάρβουνα βάφονται κόκκινα, πορτοκαλί, ο πάγος ντύνει τα χέρια μας και κρατά δροσερό το αλκοόλ. Και η μουσική φωνάζει. Οι στίχοι φλέγονται, τα χέρια μένουν όρθια, βραδινές προσευχές για τις δικές μας μέρες. Και εκείνη η καταραμένη πανσέληνος... Πως να μην σου κλέψει το βλέμμα;
Κάθομαι. Κουρασμένος κι ήρεμος, να συλλέγω αναμνήσεις από το βράδυ μιας Παρασκευής του Μάη. Κι ο ήλιος ξημερώνει απέναντί μου, μάρτυρας ενός ταξιδιού που δεν μοιάζει με τ' άλλα... Χρειάζομαι ύπνο. Κλείνω τα μάτια μου μ' ένα αναθεματισμένο χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη μου.
Το ξυπνητήρι ουρλιάζει. Τι κι αν ξεχωρίζω τον Babybird και το Atomic Soda του; Το σώμα μου παραμένει μισό. Χαλάλι. Λίγο ψωμί για πρωινό και η Merc σκαρφαλώνει τη γνωστή ανηφόρα. Μια καλημέρα, δυο ματιές με τα cowboys στην μπάρα, έτσι για αλληλεγγύη, και δένω στον οργανισμό μου τρεις κουταλιές καφέ. Άρωμα από ζεστή σφολιάτα, ο ήλιος μας μαστιγώνει, το χορτάρι γκρινιάζει στο πέρασμα του ανέμου. Κοιτάζω το χωριό απέναντι, την Κλεισούρα που αιωρείται, τις ηλεκτρισμένες καμινάδες πίσω από το κρυμμένο οροπέδιο. Εικόνες που φωλιάζουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου, να τις ξοδεύεις όταν έχεις ανάγκη να γεμίσεις τα λεπτά σου με αναμνήσεις.
Οι ώρες τρέχουν, η Merc γράφει χιλιόμετρα, οι Beatles καλύπτουν τον κινητήρα, ο ήλιος βιάζεται να πλαγιάσει. Τα σύννεφα έκαναν τον ουρανό, θάλασσα αφρισμένη. Οι προσευχές έπιασαν, δεν μυρίζει βροχή απόψε. Οι βραδινές μας παρέες παρκάρουν και κουρδίζουν τις κιθάρες τους. Ακούω τις χορδές, τις νότες που απέδρασαν για να επιβεβαιώσουν την συνάντησή μας, ακούω τις φωνές που δοκιμάζονται πριν δοκιμάσουν να μας ταξιδέψουν. Και μετά...
Μετά, οι φωνές δυναμώνουν, οι χροιές αγοράζουν χρώματα και μπογιατίζουν τη νύχτα. Έγχορδα και κρουστά πλέκουν το πάπλωμα για απόψε. Ξαπλώνεις στο χορτάρι, το μέτωπό σου καίει από την υπερένταση, και μένεις εκεί, να τρέμεις στο ρυθμό που γεννιέται στο λίκνο της φύσης. Ροκ, ρέγγε, σκα, πανκ. Η μουσική δεν έχει ταυτότητα. Τρέχει στο αίμα σου. Και εκείνοι οι διαβολεμένοι, οι 63high, μας δυναμίτισαν. Κορμιά που σε κρατούν πάνω τους, τραγούδια που ψιθυρίζουν μέσα σου, το Βαρικό που κοιμάται στις ρίζες της παράδοσης που συνεχίζει να μπολιάζει το μέλλον σου.
Αλκοολούχα νύχτα, φίλοι με φίλους, στην αυλή του Θεού. Νερό στα μαλλιά, ύπνος με χτυποκάρδια, η ένταση νοικιάζει στα βλέφαρά σου. Ξημερώνει Κυριακή και εσύ μισείς τον Μορφέα. Η διαδρομή γνώριμη, οι στροφές πιο γλυκιές, Lovers in Japan, Coldplay, για αλλαγή. Φαντασμένα πιτσιρίκια, η γενιά που χάνεται, στρατιώτες της φύσης που διασκεδάζουν τις μέρες τους. Αυτό είμαστε. Η αντίδραση στο σήμερα που μας παρέδωσαν. Διπλός καφές, νυσταγμένοι ήρωες στο πλευρό σου που επιμένουν να κρατιούνται όρθιοι. Ξέρεις πια. Ξέρεις πως το βράδυ θα γελάς στον ύπνο σου...Μείναμε λιγότεροι σήμερα. Για να σβήσουμε προσωρινά μιαν ιδέα και να την αφήσουμε να πάρει μπόι. Και πριν προφτάσεις να μετρήσεις όνειρα η μουσική φτιάχνει αρώματα γι' απόψε. Φτιάχνει αισθήσεις, ρυθμούς, μονοπάτια για τον ουρανό σου. Φυσάει απόψε. Κι ο αέρας κουβαλάει τις φωνές μας. Κουβαλάει τις ιδέες μας, τα συνθήματα, τις συλλαβές που διαλέγεις για να αφήσεις πίσω σου.


Τι θυμάμαι; Θυμάμαι το φεγγάρι. Να καταπίνει τ' αστέρια και να καλεί ξωτικά και νεράιδες στο χορό μας. Σε βήματα μυστικισμού, από εκείνα που σε μαθαίνουν μάγοι όταν περπατάς στα δάση τους. Θυμάμαι τις μελωδίες, που είναι γρατσουνιές στην πλάτη, γυμνές σε γυμνό δέρμα. Θυμάμαι τα πρόσωπα, ζεστά, ιδρωμένα, να σε κρατούν στον ώμο, κάθε που πλησιάζεις. Θυμάμαι τις λέξεις που έμειναν να αιωρούνται στο βουνό, τις φωτιές μέσα στους μεταλλικούς κρίκους, τα φωτεινά λαμπιόνια που κρέμονταν για χάρη μας στην πλαγιά. Τα χάλκινα, που γκρίνιαζαν για να σε πνίξουν σε όσα έμειναν από τα βάθη των καιρών. Τα γυναικεία μάτια, τις κοπέλες που μεγάλωσαν πριν το προσέξεις, τις υποσχέσεις, τις εντυπώσεις, τους στίχους που μοιράστηκες και κραύγασες για να μείνουν χαραγμένοι στα δέντρα... Όνειρα. Όνειρα που άφησες να ξεκουράζονται ένα χρόνο...