Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Παλίρροιες ανήσυχης γαλήνης


Φωτιές στον αέρα...
Ξημερώματα, να κυνηγάς τον ήλιο
στις πλαγιές της ζωής σου
που έντυσαν τις μέρες σου μετάξι
και στιγμές ερωτευμένες.
Κουβαλάω μνήμες στο στήθος μου.
Αέρηδες υγρούς,
πεινασμένους για ψιθύρους
κι ετοιμοθάνατες ευχές.
Παλίρροιες γεύτηκα...
Γλυφές, έντονες, σου κόβουν την ανάσα,
και σε κοιμίζουν στα πλευρά της θάλασσας.
Λιμάνια της ψυχής μου,
όταν σου φώναζα
πως ζήταγα γαλήνη...

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Γυμνές αναμνήσεις


Γυμνός.
Να ξαγρυπνώ κίτρινα βράδια για κορμιά θλιμμένα.
Για ψυχές γεννημένες να ζουν σε ιδρωμένα φεγγάρια
και σύννεφα που λάμπουν στης γης τα φώτα.
Γυμνός,
να φωνάζω στ' αστέρια τις ευχές που δεν άκουσαν,
τους ορφανούς στίχους, τις λέξεις που με ξέχασαν νεκρό,
να βυθίζω τα άκρα μου στις αντοχές μου.
Γυμνός,
να περιμένω τα χρώματα της δύσης,
για να ντύσω τις αναμνήσεις που έγδυσες.

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Πνίγω τη φωνή μου


Μοιραίες νύχτες. Μοιρασμένα όνειρα. Μοιρολόγια ενός κόσμου που έσπασε σε μήνες καταραμένους. Σιωπηλούς και άγονους. Της μοίρας τα γραμμένα... Πόσες λέξεις μου χαράμισα για μια καμπύλη των χειλιών σου; Πόσες φορές μέτρησα τις ρωγμές στα χέρια μου; Πόσες ρυτίδες ξέχασε πάνω μου το φεγγάρι;
Εμπιστοσύνη που κοιμήθηκε πλάι στην παλίρροια. Λέξεις προσωρινές, ταξιδιάρικες, λέξεις του αέρα. Λέξεις για ν' αγκαλιάζεις το κορμί σου όταν κρυώνεις.

Κι όταν βρέχει, θυμήσου τον ρόλο που αποστήθισες. Για να γελάς όταν θα κλαίω.

Γονατισμένος, μυρίζω τ' άρωμα σου στο σώμα μου, κι ας τρίβω το δέρμα να ξεφτίσει, στις μνήμες κάποιου Αυγούστου, στο σεντόνι που κράτησα για να κρατώ στο στόμα μου, όταν φωνάζω τ' όνομά σου.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Νυχτώνει...


Απόψε νυχτώνει στον δικό μου ουρανό. Και ξέχασα να ανάψω το φανάρι πλάι στην πόρτα. Ξέχασα να καλέσω τ' αστέρια μου. Αδύναμη μνήμη. Ασθενική. Σηκώνω το κεφάλι και προσπαθώ να ακούσω τις φωνές που δυναμώνουν. Τις λέξεις των φίλων που δένουν τις ανάσες μου σε σύννεφα. Ταχυδακτυλουργοί του χρόνου με μαντήλια για να σφίγγουν το χέρι λίγο πιο πάνω απ' την πληγή. Να σταματούν το βρώμικο αίμα, πριν την καρδιά σου, πριν το μυαλό, πριν στερεώσει και γίνει ανάμνηση. Σκληρός αέρας που κοιμίζει τους έρωτές σου πάνω στο στήθος. Οι φωνές, μπλεγμένες, κυνηγούν τον ύπνο μου. Την ακούω. Ξεχωρίζει. Τρυπάει το πέπλο που άφησα στην πόρτα. Τρυπάει τις πνοές μου, τα ουρλιαχτά που ξοδεύω για να αμυνθώ. Τρυπάει το δέρμα μου. Πόνος οξύς, αφόρητος, να συνοδεύει τους χτύπους σου, και να σέρνεται στο σεντόνι σου.
Μένω ακίνητος. Δέσμιος σε έναν κόσμο ρευστό, φτιαγμένο από δάκρυα και σκόνη. Μένω ακίνητος, να επιπλέω στις ξαστεριές που αφήνει σαν δύει το φεγγάρι. Γυμνός, να σκεπάζω τα δάχτυλά μου λάσπη και να χαρακώνω το μέτωπό μου. Γεύομαι αρώματα από ζωές παλιές, ζωές ψεύτικες, ζωές στο σκοτάδι. Το δικό μου σκοτάδι.
Απόψε νυχτώνει στα μάτια μου.