Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Νύχτα με φεγγάρι, στην παραλία της πόλης


Βράδυ, δυο μέρες πριν, το φεγγάρι κολλημένο πάνω από την παραλία, να ζωγραφίζει έναν δρόμο για τα μέρη του. Προχωράς για ν' απαλύνεις τις ώρες σου, μ' ανθρώπους που σε κρατούν από τον ώμο, που σε χτυπούν στο στήθος δυνατά, όταν μοιάζεις ξέπνοος, να μην βρίσκεις αέρα γύρω σου.
Κουράζεσαι, για να μην βρεις χρόνο με τα μάτια ανοιχτά στο κρεβάτι. Νωχελικός ταξιδιώτης που αραδιάζει λέξεις, να χτίσει ένα κρεβάτι για νέα όνειρα.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σ' αδιάφορες φιγούρες, βλέπεις ένα πρόσωπο που σε κάνει να χαμογελάσεις. Ένα σώμα που σε ξυπνά από τη γνώριμη νάρκη, μια φρεσκάδα που κάπου θυμάσαι, ένα βλέμμα που στεγνώνει τα χείλη σου.
Λέξεις... Λέξεις του ανέμου, χάδια στο στόμα που σε ξυπνούν από το λήθαργό σου. Και περιμένεις. Μετράς τις στιγμές, μετράς συναισθήματα, μετράς τον εαυτό σου, μετράς ευχές που που νανούριζες για μήνες.
Ξημέρωμα τεχνητό με τη σελήνη να κλείνει τις πληγές σου.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Χαραμάδες


Κοιμήθηκα με τα μάτια μου βυθισμένα σ' εφιάλτες
υγρούς και κόκκινους, από 'κεινους που γίνονται λέξεις δύσμορφες,
κραυγές πνιχτές που σε σκεπάζουν σαν κρυώνεις.
Ντύνομαι αναμνήσεις, εικόνες που κρύβονται πίσω απ' τη σελήνη,
όνειρα που γδύθηκαν μπροστά στο σώμα σου
και κρεμάστηκαν στα χείλη σου που με κοίμιζαν.
Ναρκωμένος, γνέφω να πουλήσω τη ζωή μου για ένα βλέμμα,
για ένα ταξίδι στο δέρμα της, για ένα χαμόγελο που μου 'ταξε.
Και οι νύχτες πέρασαν, αγκαλιά με τον καπνό που έφευγε
από τις χαραμάδες των ματιών μου, όσο έφτιαχνα τις μέρες της.
Νανουρίζω τον εγωισμό μου, μόνος, χωρίς αστέρια στα μαλλιά του ουρανού μου,
να καταριέμαι έναν ήλιο που δεν με άφησε να δω τη δύση μου.