Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Μαγική σκόνη


Ο τελευταίος μάγος ξεψύχησε όταν γεννιόμασταν.

Σκεπασμένοι από χειμώνα...


Είδα το μαντρί. Τα κλουβιά των κτηνοτρόφων που είναι εκεί για να μεγαλώνουν στα πόδια τους τη γενιά μας. Και εμείς τους προσφέρουμε γάλα, μαλλί, κρέας. Ηλεκτρικές φλογέρες σε κοιμίζουν για να κλέψουν ήσυχοι τα χρόνια που σου φόρεσαν οι γονείς σου, τον ιδρώτα τους, το χαρτί που σου έδωσαν για να έχεις δύναμη να βλέπεις όνειρα και να μην κρατάς την κοιλιά σου σαν ξαπλώνεις.
Τα όρνια γελούν. Απλώνουν το χλωμό χέρι τους και δεν σπαταλούν τη δύναμή τους για να στο σφίξουν. Τάχθηκαν κάτω από χρώματα. Ντύθηκαν με σημαίες, χάρισαν τα χείλη τους σε συνθήματα και τα μυαλά τους στους γαιοκτήμονες της ζωής μας. Χαμένη γενιά. Απαισιόδοξη. Με σκυμμένο το κεφάλι και σφιγμένα τα δόντια. Με γεμάτη τη μνήμη υγρούς θανάτους, μεθυσμένα βράδια και ψεύτικα αγγίγματα. Κουνούν την ουρά τους στα χτυπήματα των γελοίων και ξοδεύουν τη φαιά τους ουσία για να θυμούνται κραυγές που βαπτίστηκαν θείες μελωδίες και οργισμένοι στίχοι. Ευνουχισμένοι κόπροι.
Μάλωσα με τις μέρες μου απόψε. Μας άφησαν να πλέουμε στα χειρότερα χρόνια των αιώνων που μας δάνεισε ο Θεός, εξαρτημένοι από μια λασπωμένη νικοτίνη που βυθίζει τα πνευμόνια μας, και κόβει την άνοιξη από το καλαντάρι μας. Σκεπασμένοι από χειμώνα...

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Λέξεις


Ήχοι γλυφοί χαϊδεύουν το πρόσωπό μου. Άλλη μια νύχτα, δίχως φεγγάρι να μαρτυρήσει τις στιγμές, σκέπασαν το κορμί μου υποσχέσεις. Ως το στήθος. Το λαιμό. Τα χείλη. Γεύση μεταλλική. Μορφασμός. Και έμεινα εκεί, κυματοθραύστης συλλαβών που αφρίζουν τα βράδια εκείνα που μένω μόνος να ζυγίζω την υγρασία με ανοιχτό το παράθυρο. Που μένω τυφλός σε μήνες που χτίστηκαν με φλόγες από πυροτεχνήματα. Παράλυτος στην άμμο που ορθώνει κάστρα γύρω μου. Στην σκόνη που χορεύει απάνω στα βλέφαρά μου και κρύβει τα σημάδια κάποιας πληγής που ζωντανή, πονάει ακόμα όταν αλλάζει ο καιρός.
Άκουσα τον αέρα να σφυρίζει στη σιωπή. Συρτή μελωδία, μουντή μα τόσο γεμάτη. Άκουσα τα παραμύθια του, αυτά που έδενε στην μελαχροινή του χαίτη, κι ύστερα, όπως κάθε αυγή, έκαιγε το σώμα του και γίνονταν καπνός...

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Γλυκοί Εφιάλτες


Μας μάντρωσαν σε κόσμους άπληστους,
με σφαλιστά παράθυρα.
Και έγινε η ζωή μας μικρή,
όσο για να χωρά στις τσέπες τους.
Τα αισθήματά μας θάφτηκαν
στην τέφρα των ανθρώπων.
Μας κοίμισαν γλυκά και εμείς...
Eμείς σκεπάσαμε το πρόσωπό μας,
μην τους δούμε σαν θα τρων τη σάρκα μας.
Σαν θα πουλάν τους πιο γλυκούς μας εφιάλτες...

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Νοθευμένο


Σκόρπισα τις ευχές μου στα κύματα.
Ψιθύρισα δυο λέξεις στον αέρα
και έθαψα την καρδιά μου στην κρύα άμμο.
Χάρισα κραυγές στη θάλασσα.
Μίσος, καυτές ανάσες,
χρώματα από πινέλα σκοτεινά.
Μάλωσα με τη ζωή απόψε.
Γέμισα τις χούφτες μου με αίμα
και βούτηξα να βάψω τον αφρό...

...
Νοθεύω τη μπογιά με δάκρυα...
Την πλάθω με γροθιές
και της μπολιάζω το θυμό μου.
Έμεινα μόνος να παλεύω με τα κύματα...