Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Χάθηκαν τ' αστέρια μου...


Οι άνθρωποι ξεχνούν.
Προσεύχονται τις νύχτες,
απλώνουν όνειρα στον ήλιο,
τραγουδούν για τους λυγμούς που έχασαν,
για τις μνήμες που περπατούν με θόρυβο στο στήθος.
Οι άνθρωποι φοβούνται.
Ξερνούν φωτιές απ' τα χείλη τους,
σκεπάζουν ως το μέτωπο τ' αστέρια,
με του σκοταδιού υφάσματα, που ντύνουν τους χειμώνες,
και φυσάνε, για να σβήσει το φεγγάρι...

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Χαμένες λιακάδες


Απόλαυσα την τελευταία παράσταση. Δικαιωμένος, στο δρόμο, εκεί που έτρεχα για να μεγαλώσω. Για να δυναμώσω τα πόδια μου. Για να σηκώσω το κεφάλι μου λίγο ψηλότερα. Για να μυρίσω τις εποχές μακριά από τη φορμόλη των κελιών μιας εκπαίδευσης δέσμιας του εαυτού της.
Βλέπω πρόσωπα θλιμμένα. Μουντά. Που γεύονται την απογοήτευση από θορυβώδεις καραβάνες κλεισμένες στα δωματιά τους για να ανακατεύουν τις μέρες μας στο τσουκάλι τους. Άοπλοι. Ανίσχυροι. Στρατιώτες σε έναν πόλεμο που δεν μας δίδαξε κανείς. Και τρομάζεις απέναντι σε έναν στρατό καλοκουρδισμένο, αγέρωχο, που έμαθε να ταπεινώνει και να πατά στα πτώματα που αφήνεις πίσω. Για να κυριαρχεί...
Θα ξοδέψα μερικά βράδια για να ξεχάσω τα πρόσωπά τους. Για να ξεχάσω πως με γύμνωσαν και με πέταξαν στη θάλασσα, σε έναν χειμώνα που δεν τελειώνει. Σε έναν χειμώνα που πρέπει να μεταμφιέσω σε άνοιξη. Να πλέξω φύλλα, να στερεώσω κλαδιά, να φτιάξω γαλάζιο και να σηκώσω τον ήλιο. Σε λιακάδες που κυνηγώ κάθε φορά που νιώθω μόνος.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Ανάσες


Μιας ζωής όνειρα κρέμασα απόψε.
Στο μπαλκόνι, να κλαίνε μπροστά στον ήλιο,
και να στερεύουν τους χυμούς του έρωτα.
Του Έρωτα που πλένει στις όχθες του μυαλού μου
τα ματωμένα πανιά που σκέπαζαν τα μάτια του.
Θα σου κεράσω χρόνια θυμωμένα.
Χρόνια που έδεσα στο σώμα της,
και εκείνη έβαλε φωτιά στο άρωμα της.

Γελάω.
Μεθυσμένος, στον αέρα που δίνει χρώμα στις ανάσες μου.
Γελάω μόνος,
στην βροχή που σκάβει, μέρες
τώρα, το πρόσωπό μου.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Οχτώ φεγγάρια


Έχεις διαβάσει τις λέξεις στο στήθος του αέρα;
Φίλησες ποτέ τα χείλη του;
Κάθε φορά που ανασαίνεις τ' όνομά της,
κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια για να μην χάσεις τη μορφή της,
σε κάθε ψίθυρο που ανήκει στο κορμί της,
για κάθε δύση που θα δέσεις στα μαλλιά της,
για κάθε άρωμα που άπλωσες στο στέρνο σου,
σε κάθε Αύγουστο που φύλαξες,
θα κοιμάται η ζωή σου
δίπλα στα όνειρά της,
μέχρι ν' αγγίξει τα μάτια της,
ζεστά, που τυλίγονται τις ξαστεριές κάποιας σελήνης.
Κάποιας σελήνης που σου έκλεψε το πρόσωπο.
Κάποιας σελήνης που δροσερή, σου σφάλισε το στόμα.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Τέλος


Χείλη πρησμένα. Αίμα νόστιμο. Τάμα στον χρόνο. Δαγκωμένη σάρκα. Αναμνήσεις που κυλούν στο λαιμό σου. Και μένουν εκεί, να στεγνώνουν στον αέρα που μοιάζει αλλιώτικος. Ξένος. Ουλές στον χρόνο. Σημάδια από καλοκαίρια που ξάπλωσαν με πυρετό σε κρεβάτια ξύλινα και ιδρωμένα. Σε σεντόνια που μύριζαν έρωτα.
Τα σεντόνια πλύθηκαν στου προσώπου τη βροχή. Οι λυγμοί έμειναν στο μαξιλάρι για να πνίγουν τις μνήμες στη λάσπη. Λάσπη από χώμα και το άρωμα του στήθους της. Βγες στο μπαλκόνι να δεις τους μήνες που τρέχουν. Το φεγγάρι που αδειάζει. Τις ευχές μας που πέφτουν σε ουρές από φωτιά και χρυσόσκονη. Κι όταν θα βλέπεις το ταξίδι στο βυθό τ' ουρανού θα ξεχάσεις τα μάγια της νύχτας... Και θα ψάξεις στον θόλο ένα φως ακόμη, να το βάζει στα πόδια. Τα νύχια του αέρα στα μάτια μου που θα τα μάθω να μισούν τα όνειρά σου.