
Μετρούσα σύννεφα απόψε. Τα ζύγιζα στις παλάμες μου, έκλεινα τα μάτια μου για να διακρίνω σχήματα και κάθε που έβλεπα δράκους, έκρυβα την πριγκίπισσα με τα δάχτυλά μου... Το φεγγάρι γεμίζει. Μαζί του και οι μέρες μου που έμειναν άγρυπνες όταν οι αναμνήσεις τις κοίμιζαν.
Είναι φορές που οι άνθρωποι μένουν σκυμμένοι. Πρόσωπα άνοστα, χείλη κλειστά και προδομένα, βλέμματα στάσιμα, που ξέχασαν να ταξιδέψουν. Είναι φορές που νανουρίζουν το εγώ τους στις σκιές, γδέρνουν τα γόνατά τους και στέκουν ακίνητοι, να ικετεύουν τα περασμένα για δανεικές ανάσες. Μα είναι φορές που αρκεί ένα χαμόγελο για να σηκωθείς στα πόδια σου. Για να σαλέψουν οι αισθήσεις σου στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι από νύχτες που μάζευα τη γεύση από το κεράσι, το άρωμα της μέντας, το χρώμα από νεαρά τριαντάφυλλα, τη δροσιά του ξεχασμένου αέρα, στα τέλη του Μάη.
Μοιράζομαι λέξεις ξανά, με μάτια που βυθίζονται στους ήχους τους. Και σαν αναδύεται, ο αφρός την αγκαλιάζει, τα κύματα πλένουν το πρόσωπό της, η παλίρροια την ταξιδεύει μετά από χρόνια και τα όνειρα... Τα όνειρα, ξέπνοα, ξυπνούν σ' ένα ξημέρωμα που μοιάζει καστανόξανθο...
Γελάω; Ναι, γελάω γιατί οι λέξεις μου και πάλι επιπλέουν σε πληγωμένη θάλασσα.
Σε σένα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου