Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Η ζυγαριά της μνήμης

Ζυγίζω κόσμους απόψε.
Δεν κοιμάται ποτέ. Σου κλείνει το μάτι και σου πουλά τους ρυθμούς της, τους χτύπους της. Σε προκαλεί να την χορέψεις, παρτενέρ ιδρωμένος, να ακολουθείς τα φλογισμένα της βήματα. Σηκώνει τα χέρια της, γονατίζει, ουρλιάζει τους στίχους μιας γυμνής καληνύχτας, ακολουθεί με τις κόρες της τα φώτα. Τα φώτα που δεν σβήνουν. Τα φώτα που φιμώνουν τ' αστέρια με ένα πέπλο από βιολέτες θανάτου. Πάλλεται, μετρά τις μέρες της, τα φεγγάρια που μπαρκάρουν σε μύθους γαλάζιους, που σκοτεινιάζουν σαν ανταμώνουν τις τελευταίες αχτίδες. Αυτές που αιμορραγούν κι αλλάζουν τη μεριά της δύσης.
Γλυκός εφιάλτης...
Ανοίγω τα μάτια μου. Ο αέρας μεθά. Ζαλίζει. Κουβαλά στιγμές. Τα ξύλα που καίγονταν στη μεταλλική πλάτη, τον καπνό που μπογιάτιζε το φόντο, τα αστέρια που έπαιζαν κρυφτό στα ρημαγμένα καλαμπόκια, το ποτάμι που μουρμουρίζει τις μαγικές του λέξεις όταν με βλέπει... Τον ήλιο που φιλάει στο στόμα τις λεύκες, την κουρελού που κυματίζει στα χρόνια που τραβούν το δρόμο τους, τα ροζιασμένα χέρια που ζυμώνουν το στάρι του Αλωνάρη. Τις φωτιές που ζωγραφίζουν το μέρος κάτω από τα βλέφαρα, τις καλημέρες που φορούν ένα χαμόγελο σαν τα βράδια της άνοιξης, τις νοτισμένες ανάσες του Αυγούστου, που ακόμα νανουρίζουν τις αναμνήσεις μου.
Άγουρο όνειρο...

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Η νύχτα που κοιμούνται τα αστέρια...


Η νύχτα με βρήκε στο ξέφωτο. Οι λεύκες ξύπνησαν και τραγουδούν όσο ο ουρανός χρωματίζει το σώμα του. Ο άνεμος σταμάτησε στις πόρτες και τα ξύλινα παράθυρα. Στο ύφασμα στο τζάμι που κρατά τα όνειρα στο δώμα. Και κάθισε, άλλο ένα δειλινό, να ψιθυρίζει τις ιστορίες που έγραψαν στα μάτια του. Τα φώτα τρεμοπαίζουν. Η σελήνη, απρόσκλητη μάγισσα, χαϊδεύει της νύχτας το πρόσωπο.
Κάθε χίλια χρόνια, τα αστέρια κατεβαίνουν στην αυλή μου. Και είναι η νύχτα που με την ασημένια απόχη, αυτή δίπλα στην ανέμη της κερασιάς, μπορείς να τ' αρπάξεις. Να τα κλείσεις, στο χάλκινο κουτί που κρύβεται για χρόνια στη στάχτη απ' το σβησμένο τζάκι. Και όταν πονάς, ανοίγεις το κουτί, αφήνεις στον αέρα τις μαγικές λέξεις και παίρνεις ένα αστέρι στη χούφτα σου. Το φιλάς στο στόμα, και κάνεις την ευχή σου πριν το αφήσεις να γυρίσει δύο δάχτυλα μακριά από το φεγγάρι.
Είναι η νύχτα που κοιμούνται τα αστέρια.

Ερωτόκριτος και Αρετούσα


Έκρυψα τους χειμώνες μου
στη φόδρα του μυαλού μου,
μνήμες να μη θυμάμαι, που 'καιγαν,
τα χείλη μου τις νύχτες.
Σώθηκαν οι ευχές μου,
οχτώ φεγγάρια απ' την αρχή της φετινής ζωής μου.
Διψάω ακόμα σαν ακούω τ' όνομά της...

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Λεύκες


Οι μάγοι μετρούν ρυτίδες στον καθρέπτη. Η εποχή μας τρέχει γυμνή στο βυθό των προσωπείων... Θρηνούν τους Μάηδες που φτιασιδώθηκαν για να χαρίσουν λίγες στιγμές ψεύτικης γαλήνης. Φιλώ τους χειμώνες στο μέτωπο. Αυτούς που φυσούν στη ζωή μου και κλείνουν τα παράθυρα τους με δύναμη. Αυτούς που κλέβουν τις μισές λέξεις, τ' άψυχα όνειρα, τις κραυγές που κρύβεις πίσω απ' τον ήλιο. Αυτούς που σε γεννούν μόνο, ασθενικό, να πατάς σε ηλεκτρισμένα χρόνια και να πονάς χτυπώντας το κεφάλι σου στα σύννεφα. Στα σύννεφα που δάκρυσαν το χρώμα τους στη θάλασσα.
Καταραμένη θάλασσα. Κρατά εικόνες στις πιο κρυφές σου μνήμες. Σαγηνεύει και πουλά τα μάγια της στις αγορές που ακουμπώ τις σκέψεις μου. Στον χορό που τυλίγονταν στην ανέμη της γιαγιάς.
Στα φεγγάρια που με κοίμιζαν πλάι στις ορτανσίες. Στα μεθυσμένα βράδια που φώτιζα μ' ανάσες το σκοτάδι. Στα χείλη που άφησα ανέγγιχτα κάτω απ' τις λεύκες...

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Σεληνόφως


Ξημέρωσα απόψε στη σελήνη.
Πούλησα τους μήνες μου στο διάβολο,
τα χρόνια μου σε μεθυσμένα ξωτικά,
και τον Αύγουστο,
στα όνειρα που ξέχασα στα μάτια σου...
Τ' αστέρια μου πετούσα στο ποτάμι.
Στις όχθες του μετρούσα την ανάσα που μου έμεινε
και περπατούσα στο βυθό, γυμνός,
για να γυρεύω που κοιμάται η ευτυχία...
Ευτυχία είναι οι στιγμές σου,
που θυμάσαι σαν δακρύζει η σελήνη.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Η μελωδία της βροχής


Θίασος.
Με κουστούμια πολύχρωμα, τσαλακωμένα,
να δένουν στο κορμί σου και να αγρυπνούν
για στραγγίξουν το αίμα σου που κοχλάζει.
Μυθοβατώ και απόψε.
Βλέπω τα μάτια να γελούν πίσω από προσωπεία δύσμορφα
που ραίνουν ρωμαλέες, φτιαχτές λέξεις τη ζωή μου.
Σώπασαν τα χείλη μου.
Η ανάσα μου, μισή, γίνεται κομμάτι τ' ουρανού.
Βρέχει στα χείλη μου.
Βρέχει στ' αγκάθια με τα τριαντάφυλλα,
βρέχει στην παραλία που 'κρυψα.
Βρέχει...
Έρωτες σαν τις θύελλες,
περαστικοί, υγροί, μελαγχολικοί, έντονοι,
με άρωμα από κάποιον Αύγουστο.
Ασθενικά φτερά για ένα ταξίδι στ' αστέρια...

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Λωτός


Πόσα βράδια μου έχασα;
Πόσες σταγόνες βροχής καταράστηκα;
Πόσα τραγούδια άφησα γινωμένα στα δέντρα τους;
Πόσες φορές κοίταξα δίχως να βλέπω, τυφλός, να χάνω τις στιγμές που μου χάρισαν;
Πόσες φορές ξόδεψα ανάσες για λέξεις χαμένες;
Για λέξεις που μούδιασαν το στόμα μου;
Που με χαράκωσαν, βγαίνοντας, στα χείλη;
Πόσοι έρωτες έχασαν τα φτερά τους και έγιναν στάχτη πέφτοντας στο χώμα;
Πόσα ποτήρια άδειασαν για ξένη σάρκα;
Για ταξίδια δίχως φεγγάρι, δίχως αστέρια, δίχως παλμούς ψηλά στο στήθος, δίχως αέρα σε σκισμένα πανιά;
Πόσες αχτίδες χάλασα κρυμμένος στις σκιές μου;
Πες μου,
πόσα βράδια μου έχασα;