
Η νύχτα με βρήκε στο ξέφωτο. Οι λεύκες ξύπνησαν και τραγουδούν όσο ο ουρανός χρωματίζει το σώμα του. Ο άνεμος σταμάτησε στις πόρτες και τα ξύλινα παράθυρα. Στο ύφασμα στο τζάμι που κρατά τα όνειρα στο δώμα. Και κάθισε, άλλο ένα δειλινό, να ψιθυρίζει τις ιστορίες που έγραψαν στα μάτια του. Τα φώτα τρεμοπαίζουν. Η σελήνη, απρόσκλητη μάγισσα, χαϊδεύει της νύχτας το πρόσωπο.
Κάθε χίλια χρόνια, τα αστέρια κατεβαίνουν στην αυλή μου. Και είναι η νύχτα που με την ασημένια απόχη, αυτή δίπλα στην ανέμη της κερασιάς, μπορείς να τ' αρπάξεις. Να τα κλείσεις, στο χάλκινο κουτί που κρύβεται για χρόνια στη στάχτη απ' το σβησμένο τζάκι. Και όταν πονάς, ανοίγεις το κουτί, αφήνεις στον αέρα τις μαγικές λέξεις και παίρνεις ένα αστέρι στη χούφτα σου. Το φιλάς στο στόμα, και κάνεις την ευχή σου πριν το αφήσεις να γυρίσει δύο δάχτυλα μακριά από το φεγγάρι.
Είναι η νύχτα που κοιμούνται τα αστέρια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου